Στην πολυφωνική μουσική του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, η υψηλότερη φωνητική γραμμή εκτελούνταν από αγόρια ή άνδρες ερμηνευτές (φαλσεττίστες). Από τα μέσα του 16ου αιώνα, με την άνθηση της πρώιμης όπερας, άρχισαν να καθιερώνονται οι γυναίκες υψίφωνοι, με διακεκριμένες εκπροσώπους την Virginia Ramponi-Andreini [Βιρτζίνια Ράμπονι-Αντρεΐνι], η οποία ερμήνευσε τον ρόλο της Αριάννας στην ομώνυμη όπερα του Claudio Monteverdi [Κλάουντιο Μοντεβέρντι], και την Anna Renzi [Άννα Ρέντσι], η πρώτη Οκτάβια στην Στέψη της Ποππαίας. Ωστόσο, την περίοδο του Μπαρόκ (17ος και 18ος αιώνας), η επικράτηση των καστράτων στην ιταλική όπερα σέρια ανέκοψε προσωρινά την ταύτιση της υψηλότερης φωνής με το γυναικείο φύλο. Οι καστράτοι, με την εκπληκτική τους τεχνική και δύναμη, μονοπωλούσαν τους ηρωικούς ρόλους, είτε ανδρικούς, είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, γυναικείους. Παρ' όλα αυτά, σπουδαίοι ρόλοι γράφτηκαν και για υψιφώνους, όπως η Κλεοπάτρα στον Ιούλιο Καίσαρα [Giulio Cesare] του Georg Friedrich Händel [Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ].
Στη Γαλλία, όπου οι καστράτοι δεν γνώρισαν την ίδια διάδοση, η υψίφωνος (dessus) κυριαρχούσε ήδη από την εποχή του Jean-Baptiste Lully [Ζαν-Μπατίστ Λυλλύ] και του Jean-Philippe Rameau [Ζαν-Φιλίπ Ραμώ]. Η οριστική καθιέρωση της υψιφώνου ως της κατεξοχήν πρωταγωνίστριας της όπερας «πριμαντόννα» [prima donna] συντελείται στα τέλη του 18ου και, κυρίως, τον 19ο αιώνα. Ο Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ] συνέθεσε ένα ευρύ φάσμα ρόλων που ανέδειξαν την εκφραστική ποικιλία της, από τη λυρική Παμίνα και την κωμική Σουζάννα, μέχρι τη δραματική Ηλέκτρα και την ακραία κολορατούρα της Βασίλισσας της Νύχτας. Την εποχή του μπελκάντο, συνθέτες όπως οι Gioachino Rossini [Τζοακίνο Ροσσίνι], Vincenzo Bellini [Βιντσέντζο Μπελλίνι] και Gaetano Donizetti [Γκαετάνο Ντονιτζέττι] έγραψαν εμβληματικούς ρόλους (π.χ. Σεμίραμις, Νόρμα, Λουτσία του Λάμερμουρ) που απαιτούσαν ιδιαίτερη δεξιοτεχνία. Αργότερα, η αύξηση του μεγέθους της ορχήστρας και οι δραματουργικές απαιτήσεις του ρομαντισμού οδήγησαν στη γένεση της δραματικής υψιφώνου. Ο Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι], από τη Βιολέττα μέχρι την Αΐντα, και ο Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ] με τις μυθικές του ηρωίδες (Ιζόλδη, Βρουγχίλδη), απαίτησαν από τις υψιφώνους τεράστιο δραματικό βάρος και φωνητική ισχύ.
Η γενική κατηγορία της υψιφώνου περιλαμβάνει πολλές υποκατηγορίες, γνωστές στο γερμανικό σύστημα ως Fächer, οι οποίες αντιστοιχούν σε συγκεκριμένους δραματικούς τύπους:
- Σουμπρέτα [Soubrette]: Ελαφριά, νεανική φωνή για κωμικούς ρόλους υπηρετριών (π.χ. Ντεσπίνα στην όπερα Έτσι κάνουν όλες [Così fan tutte]).
- Λυρική Κολορατούρα: Εξαιρετικά ευλύγιστη φωνή, ιδανική για δεξιοτεχνικά περάσματα (π.χ. Τζίλντα στον Ριγολέττο [Rigoletto]).
- Δραματική Κολορατούρα: Συνδυάζει την ευλυγισία με δραματική ένταση (π.χ. Βασίλισσα της Νύχτας στον Μαγικό Αυλό [Die Zauberflöte]).
- Λυρική Υψίφωνος: Η κατεξοχήν φωνή για τις νεαρές, αθώες ηρωίδες. Στο θέατρο, ο αντίστοιχος δραματουργικός τύπος είναι αυτός της ενζενύ (π.χ. Μιμή στην Μποέμικη Ζωή [La Bohème]).
- Λυρικο-δραματική [Spinto]: Λυρική φωνή με τη δυνατότητα δραματικών εξάρσεων (π.χ. Τσιό-Τσιό-Σιάν, στην Μαντάμ Μπατερφλάυ [Madama Butterfly]).
- Δραματική Υψίφωνος: Μεγάλη, ογκώδης φωνή για ηρωικούς, τραγικούς ρόλους (π.χ. Ιζόλδη στην όπερα Τριστάνος και Ιζόλδη [Tristan und Isolde], Τουραντό στην ομότιτλη Turandot).
Στις ιστορικές υψιφώνους του 19ου αιώνα συγκαταλέγονται η Σουηδή Jenny Lind [Τζέννυ Λιντ], γνωστή ως «το Αηδόνι της Σουηδίας», θρυλική για την καθαρότητα και την ευλυγισία της φωνής της, η Ιταλίδα Giuditta Pasta [Τζουντίττα Πάστα] και η Giulia Grisi [Τζούλια Γκρίζι], για τις οποίες ο Bellini και ο Donizetti έγραψαν εμβληματικούς ρόλους του μπελκάντο, ενώ η Αυστραλή Nellie Melba [Νέλλη Μέλμπα] ανέδειξε διεθνώς το λυρικό ρεπερτόριο, καθιερώνοντας το πρότυπο της πριμαντόνας.
Στο διεθνές λυρικό στερέωμα του 20ού και 21ου αιώνα, η τέχνη της υψιφώνου εκπροσωπήθηκε από ερμηνεύτριες που καθόρισαν το ρεπερτόριο και την υποκριτική του είδους. Η Ελληνίδα Μαρία Κάλλας (Καλογεροπούλου) [Maria Callas] αναβίωσε το δραματικό μπελκάντο και αναμόρφωσε την υποκριτική διάσταση της όπερας, καθιερώνοντας το πρότυπο της τραγωδού-υψιφώνου. Στην ιταλική λυρική παράδοση δέσποσε η Renata Tebaldi [Ρενάτα Τεμπάλντι], η μεγάλη «αντίπαλος» της Κάλλας, με φωνή απόλυτης καθαρότητας και κλασσικής ιταλικής γραμμής, ενώ η Mirella Freni [Μιρέλλα Φρένι] ενσάρκωσε την ιδανική λυρική υψίφωνο, με φρεσκάδα και συγκινησιακή ειλικρίνεια. Η Αμερικανίδα Rosa Ponselle [Ρόζα Πονσέλε], για την οποία ο Enrico Caruso [Ενρίκο Καρούζο] είπε ότι διέθετε «φωνή από καθαρό χρυσάφι», συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες φωνές των αρχών του 20ού αιώνα.
Στο λυρικό ρεπερτόριο διέπρεψαν επίσης η Νεοζηλανδή Kiri Te Kanawa [Κίρι Τε Κανάουα] και η Αμερικανίδα Leontyne Price [Λεοντάιν Πράις], από τις πρώτες μαύρες πρωταγωνίστριες παγκόσμιας ακτινοβολίας, αμφότερες απαράμιλλες στα έργα του Mozart, του Verdi και του Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους]. Στο δραματικό και βαγκνερικό ρεπερτόριο ξεχώρισαν η Νορβηγίδα Kirsten Flagstad [Κίρστεν Φλάγκσταντ] και η Σουηδή Birgit Nilsson [Μπίργκιτ Νίλσον], περίφημες για την ισχύ και την αντοχή της φωνής τους.
Στο δεξιοτεχνικό μπελκάντο διέπρεψαν η Αυστραλή Joan Sutherland [Τζόαν Σάδερλαντ], γνωστή ως «La Stupenda», και η Ισπανίδα Montserrat Caballé [Μονσερράτ Καμπαγιέ], περίφημη για το αέρινο πιανίσσιμο, ενώ η σλοβακικής καταγωγής Edita Gruberová [Έντιτα Γκρουμπέροβα], «βασίλισσα των χρωματισμών», διατήρησε για δεκαετίες την ακρίβεια στις υψηλότερες νότες. Στη γερμανική παράδοση, η Elisabeth Schwarzkopf [Ελίζαμπετ Σβαρτσκοπφ] διακρίθηκε στο μοτσαρτίστικο ρεπερτόριο, αλλά και στα έργα του Richard Strauss, με απαράμιλλη πειθαρχία και κομψότητα. Στην αμερικανική σκηνή ξεχώρισαν η Beverly Sills [Μπέβερλυ Σιλς], αγαπημένη του κοινού για την ευκρίνεια και τη θεατρικότητά της στο ιταλικό ρεπερτόριο, και η Kathleen Battle [Κάθλην Μπατλ], με την κρυστάλλινη λυρική της φωνή.
Τη σύγχρονη σκηνή σφράγισαν η Ελληνοκαναδή Τερέζα Στράτας [Teresa Stratas], περίφημη για το πολυδιάστατο ρεπερτόριό της και τις δραματικές ερμηνείες της, η Αμερικανίδα Renée Fleming [Ρενέ Φλέμινγκ], η «χρυσή φωνή» με το ευρύτατο ρεπερτόριο από την όπερα έως την τζαζ, η Ρουμάνα Angela Gheorghiu [Αντζέλα Γκεόργκιου], με τη σκοτεινή, βελούδινη φωνή, θεωρούμενη ως η κορυφαία Tosca [Τόσκα] της εποχής μας, η Ρωσίδα Άννα Νετρέμπκο [Anna Netrebko], από τις λαμπρότερες και χαρισματικότερες υψιφώνους με έντονη σκηνική παρουσία, ενώ η Νοτιοκορεάτισσα Sumi Jo [Σούμι Τζο] ανέδειξε διεθνώς το δεξιοτεχνικό ρεπερτόριο της κολορατούρας.
Από ελληνικής πλευράς στις διακεκριμένες υψιφώνους με διεθνή σταδιοδρομία συγκαταλέγονται επίσης οι Χαρίκλεια Χαρικλέους / Hariclea Darclée, η πρώτη διδάξασα του ρόλου της Tosca, η Έλενα Σουλιώτη [Elena Souliotis], η Βάσω Παπαντωνίου [Vasso Papantoniou], η Τζένη Δριβάλλα [Jenny Drivalas] και οι νεότερες Χριστίνα Πουλίτση [Christina Poulitsi] και Μυρτώ Παπαθανασίου [Myrtò Papatanasiu].
Η φωνή της υψιφώνου δεν περιορίζεται στην όπερα. Στην οπερέττα και το μιούζικαλ κυριαρχεί κυρίως η λυρική και η κολορατούρα υψίφωνος. Στη σύγχρονη μουσική σκηνή, τραγουδίστριες με εξαιρετικά ευρεία έκταση και χαρακτηριστική χρήση των υψηλών περιοχών της φωνής, όπως οι Kate Bush [Κέιτ Μπους], Joan Baez [Τζόαν Μπαέζ] και Mariah Carey [Μαράια Κάρεϋ], καθώς και οι Ελληνίδες Νάνα Μούσχουρη [Nana Mouskouri], Ελευθερία Αρβανιτάκη και Φλέρυ Νταντωνάκη, έχουν αφήσει το δικό τους στίγμα, αναδεικνύοντας τις εκφραστικές δυνατότητες της υψηλής γυναικείας φωνής.